Ὁ Ἑρμῆς ὁ ἀεικίνητος Θεὸς, κῆρυξ καὶ ἀγγελιοφόρος, εἶναι ἐκ τῶν δημοφιλέστερων τοῦ Πανθέου. Τὸ ὄνομά του φέρει ὁ ταχύτερος πλανήτης τοῦ ἡλιακοῦ μας συστήματος, τὸ ἄστρον τοῦ Ἑρμοῦ ἢ Στίλβων ὅπως ἀναφέρεται εἰς τὴν ἀστρολογίαν τῆς ἑλληνιστικῆς ἐποχῆς. Ἀμφότεροι ὁ Ὅμηρος καὶ ὁ Ἡσίοδος ἐξυμνοῦν τὴν γένεσιν τοῦ Ἑρμοῦ ἐκ Διὸς καὶ Ἀτλαντίδος κόρης Μαίας.
Ἤδη ἅμα τῇ γεννήσει του δίδει τὰ πρῶτα δείγματα τῶν θαυμαστῶν ἰκανοτήτων του, κερδίζοντας διὰ τῆς εὐφυίας του σχεδὸν ἀμέσως μίαν διακεκριμένην θέσιν μεταξὺ τῶν Ὀλυμπίων Θεῶν. Ὁ Ὁμηρικὸς Ὕμνος περιγράφει πῶς ἡ Μαῖα "πολυμήχανον ἐγέννησε υἱὸν καὶ εὐφυέστατον, λῃστήν, ὁδηγὸν βοῶν καὶ ἡγήτορα ὀνείρων, νυκτὸς κατάσκοπον καὶ πυλῶν φρουρόν, ποὺ ταχέως ἔμελλε νὰ ἐμφανίσει ἔργα κλυτὰ ἀνάμεσα εἰς τοὺς ἀθανάτους θεούς". Ὁ Ἑρμῆς "ἐγεννήθη τὴν αὐγή, ἐν μέσῳ ἡμέρας ἤδη ἔπαιζε κιθάρα καὶ τὸν ἕσπερον ἔκλεψε τοὺς βόας τοῦ ἑκηβόλου Ἀπόλλωνος". Ἡ γένεσίς του τοποθετεῖται τὴν τετάρτην ἡμέραν τοῦ μηνὸς ἐν σπηλαίῳ τοῦ ὄρους Κυλλήνη τῆς Ἀρκαδίας, ὁ δὲ Ἑρμῆς συχνὰ Κυλλήνιος προσωνυμεῖται.
Οἱ βόες τοῦ Ἀπόλλωνος: ἡ δημιουργία τῆς Λύρας, ἡ ἐπινόησις τρόπου ἀνάμματος φωτιᾶς καὶ ἡ πρῶτη Ἱεροθυσία
Ἀπό τὴν πρῶτην ἡμέραν -βρέφος ἀκόμη ὡς λέγει ὁ μύθος- ὁ Ἑρμῆς ἐπιδίδεται εἰς ἀξιοπρόσεκτον ἐγχειρημα ἀμέσως μόλις ἐξέρχεται τοῦ σπηλαίου του, τὴν δημιουργίαν τῆς Λύρας ἐκ καυκάλου χελώνης.
Κατόπιν συνέχισε τὴν πορείαν του διασχίζοντας ὄρη καὶ τόπους πεδινοὺς ὥσπου πλησίασε ἡ αὐγὴ. Τότε περνώντας τοὺς βοῦς ἀπὸ τὸν ποταμὸν Ἀλφειὸν, ἔφθασε εἰς ἀνθηρὸν λειμῶνα ὅπου ἄφησε τὰ ζῶα νὰ βοσκήσουν. Ἀλλ' ὁ πολυμήχανος Ἑρμῆς δὲν ἀναπαύθη μὰ εὐθὺς συγκέντρωσε πολλὰ ξύλα καὶ συλλογίσθη τρόπον νὰ ἀνάψῃ φωτιά.
Κορυφαίας σημασίας εἶναι ἡ ἐπόμενη πράξις τοῦ θεοῦ, ἡ τέλεσις μίας ἰδιαίτερης θυσίας, πολλὰ στοιχεῖα περὶ τῆς ὁποῖας μεταφέρει ὁ ὁμηρικὸς ὕμνος. Ὅταν ἐτοίμασε πυρὰ ὁ Ἑρμῆς ἔφερε δύο ζῷα πλησίον της καὶ ἐκεῖ τὰ θανάτωσε τρυπώντας τὸν αὐχένα. Κατόπιν ἔκοψε τὰ καλύτερα μέρη τοῦ κρέατος ψήνοντάς τα σὲ σοῦβλες ἀπὸ ξύλο, καὶ τέντωσε τὰ δέρματα τῶν ζῴων σὲ μία πέτρα, ποὺ "ἀκόμη καὶ τώρα μετὰ ἀπὸ τόσον καιρὸν τὰ δέρματα θὰ ὑπάρχουν", διηγεῖται ὁ μύθος.
Ὁ Ἀπόλλων ἀποφασίζει νὰ θέσῃ τὴν διαφοράν των ἐνώπιον τοῦ Διός,. Ἐκεῖ ἀκόμη περισσότερο ἐπιδέξια ὁ Ἑρμῆς ὑπερασπίζεται τὸν ἐαυτόν του καὶ ὁ Δίας πολὺ ἐγέλασεν ἀκούγοντάς τον. Ἔτσι μὲ διαθέσεις συμφιλιώσεως ὁ Δίας προέτρεψε τὸν Ἑρμῆν νὰ ὀδηγήσῃ τὸν Ἀπόλλωνα ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκοντο οἱ βόες καὶ ὁ Ἑρμῆς ὑπάκουσε ἀμέσως.
Ὅταν ὁ Ἀπόλλων εἶδε τὰ δέρματα τῶν δύο ζώων ποὺ ὁ Ἑρμῆς εἶχε θυσιάσει ἀπόρησε μὲ τὴν μεγάλην δύναμιν τοῦ παιδιοῦ κι εὐθύς ἔπιασε κλώνους λυγαριᾶς καὶ ἄρχισε νὰ τοὺς στρίβῃ σκοπεύοντας δεσμά νὰ φτιάξῃ. Αἱ λυγαριαί ὅμως ἐξαίφνης πλήθυναν φυτρώνοντας γοργὰ ἀπ' τὴν γῆν καὶ συστρεφόμεναι σκέπασαν ὅλην τὴν ἀγέλην. Τότε ὁ Ἑρμῆς ἔκρουσε τὰ πλήκτρα της λύρας του καὶ καταπραΰνοντας τὸν ἀδελφόν του, πολὺ τὸν χαροποίησε μὲ τὴν θεσπέσιαν μουσικήν του. Βλέποντας δὲ πόσο ἀγαλλίασε ὁ ἀδελφός του, ὁ Ἑρμῆς τοῦ δωρίζει τὴν κιθάραν δείχνοντάς του καὶ τὸν τρόπον ποὺ παίζεται. Καὶ ὁ Ἀπόλλων δόξα πολλὴ καὶ τιμάς ὑπεσχέθη τῷ Ἑρμῆ καὶ ἄφησε τοὺς βόας ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν του νεαροῦ θεοῦ.
Αὐτὴ ἦταν ἡ ἀρχή τῆς βαθιᾶς φιλίας ποὺ συνδέει τοὺς δύο θεούς. Ὁ ὕμνος ἀκόμη μᾶς διηγεῖται πῶς ὁ Ἑρμῆς ὡρκίσθη ποτέ νὰ μὴν ξανακλέψῃ ἀπὸ τὸν Ἀπόλλωνα καὶ αὐτός συγκατένευσε κανέναν ἄλλον νὰ μὴν ἔχῃ πιὸ ἀγαπητὸν μεταξύ τῶν ἀθανάτων ἀπὸ τὸν Ἑρμῆν. Ἐπίσης ὁ Ἀπόλλων τοῦ δώρησε τὴν ὡραίαν χρυσὴν ράβδον "τοῦ ὄλβου καὶ τοῦ πλούτου", ποὺ εἶναι τριπέταλη καὶ ἄφθαρτη καὶ ἔχει τὸ χάρισμα νὰ ἑκπληρώνῃ "ὅλους τοὺς θεσμούς τῶν λόγων καὶ τῶν ἔργων τῶν ἀγαθῶν".
Ὁ Ἑρμῆς εἶναι ὀ ἐφευρέτης τῆς σύριγγας, τοῦ ἀγαπημένου ὀργάνου τῶν βοσκῶν, τὴν ὁποία καὶ κατασκεύασε εὐθὺς μόλις χάρισε τὴν κιθάραν.
Σύμβολον τῶν ἰδιοτήτων τοῦ λόγου τοῦ θεοῦ εἶναι τὸ Κηρύκειον. Δὲν εἶναι βέβαιον κατὰ πόσον σχετίζεται μὲ τὴν χρυσήν ῥάβδον ποὺ τοῦ δωρίζει ὁ Ἀπόλλων. Συνοδεύεται ὁ θεός καὶ ἀπὸ τὰς Χάριτας, διὰ τὴν γλυκύτητα τοῦ λόγου καὶ τὴν χάριν του εἰς τὰς κοινωνικὰς συναναστροφάς.
Ὀ Ἑρμῆς θεωρεῖται ἐπινοητής πολλῶν πραγμάτων καὶ πέραν τῆς λύρας καὶ τῆς σύριγγος, λέγεται πὼς ἐφηύρε τὸ ἀλφάβητον, τὴν γραφήν, τοὺς ἀριθμούς, τὰ μέτρα καὶ σταθμά τοῦ βάρους, τοῦ μῆκους καὶ ἄλλων μεγεθῶν μὲ τὰ ὁποία οἱ ἄνθρωποι μετροῦν καὶ ὑπολογίζουν, τὴν ἀστρολογία καὶ ἀστρονομία, τὸ ἡμερολόγιον, τὴν τέχνην τῆς πάλης, τὴν γυμναστικὴν τοῦ σώματος, τὴν καλλιέργειαν τοῦ ἐλαιόδενδρου κ.ἄ.
Σχετικαὶ Σελίδαι ἐν Διαδικτύῳ:
Hermes, herald god of speech, trade, athletics and wild animals - Πλήρης μυθολογία τοῦ Ἑρμοῦ, ἀπὸ τὸ theoi.com
The Cult of Hermes - Ἡ λατρεία τοῦ Ἑρμοῦ |
<ν΄αντιγράψεις ένα συγγραφέα είναι κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας, ν΄αντιγράψεις πολλούς ειναι έρευνα. >>ν΄αντιγράψεις>
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυθολογίαν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυθολογίαν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013
Ἑρμῆς
Σελήνη
Ὁ εὐαστὴρ τῆς Σελήνης ἔλαβε τὴν ὀνομασίαν του ἐκ τῆς ὁμωνύμου προσωνυμίας τῆς Θεᾶς. Τὸ ὄνομα ἐτυμολογείται ἀπὸ τὸ "σέλας", δηλαδὴ τὸ φέγγος ποὺ κοσμεῖ τὴν νύκταν, διὸ καὶ ἡ Θεὰ καλεῖται 'νυκτός ἂγαλμα'.
Ὁ ὁμηρικὸς ὕμνος περιγράφει τὴν λάμψιν ποὺ ἐκπορεύεται ἐκ τῆς ἀθανάτου κεφαλῆς της, καὶ ποὺ περιελίσσεται εἰς ὅλην τὴν γῆν. "Πολλὰ κοσμήματα πηγάζουν ἀπὸ τὸ λαμπερὸν της φέγγος καὶ ὁ ἀλαμπὴς ἀὴρ ἀστράπτει ἀπὸ τὴν χρυσὴν της κορώνα, αἱ δὲ ἀκτῖνες της φωτίζουσιν τὴν ὕπαιθρον. Κὶ ὅταν τὸ ὡραῖο της σῶμα ἔχει λούσει ἀπὸ Ὠκεανοῦ ἀναδυόμενη καὶ ἐνδυθεῖ τὸ λαμπρὸν της ἔνδυμα, ζεύοντας τοὺς ἀστραφτεροὺς της ἵππους μὲ τοὺς δυνατοὺς λαιμούς, γοργὰ θὰ ὁδηγήσει τοὺς καλλίτριχους ἵππους πρὸς τὴν ἐσπερινὴν πανσέληνον. Κὶ ὅταν ἡ μεγάλη τροχιὰ της πληρωθεῖ, τότε λαμπρόταται γίνονται αἱ ἀκτῖνες της σὰν αὐξηθεῖ, εἰς οὐρανὸν καὶ για τοὺς θνητοὺς τεκμήριον καὶ σημεῖον τίκτουσιν".
Ἄλλαι περιγραφαὶ θέλουσιν τὸ ἅρμα τῆς νὰ σύρεται ἀπὸ βοῦς, καὶ ἡ ἠμισέληνος κορώνα της νὰ συσχετίζεται μὲ τὰ κέρατα τοῦ ταύρου. Ἡ Σελήνη μέγας τροφὸς ἐστὶ κάθε τὶ φυόμενου διὰ τῆς ζωογόνου θείας Δρόσου της (Ἔρσης), ἄλλοτε καλουμένης Πανδείας, ποὺ ἀποκτᾷ ἐκ τῆς μίξεώς της μετὰ τοῦ Διός.
Ἡ Σελήνη θεωρεῖται ἐρωτικὴ θεά, ἰδίως ὠς πρὸς τὴν ὀνειρικὴν πλευρά τοῦ Ἔρωτος καὶ τῶν ἐρωτικῶν πόθων, καὶ συχνῶς ἀναφέρεται εἰς ἐρωτικὴν ποίησιν.
Εἰς τοὺς μύθους φέρεται ὠς ἀγαπημένη τοῦ Διὸς καὶ τοῦ Πανός. Ἀπὸ τὴν ἐρωτικὴν της μῖξιν μὲ τὸν Δία ἀποκτᾷ τὴν Πανδείαν (παν+θεῖα), κόρην ἐξέχοντος κάλλους μεταξὺ τῶν θεῶν.
Ἡ Πανδεία φέρει τὴν ἰδιότητα τῆς Ἔρσης, τῆς ζωογόνου δρόσου τῆς Σελήνης καὶ πιθανῶς νὰ εἶναι ἡ ἴδια ποὺ προσωνυμείται Νεμέα, ἡ προστάτιδα κόρη τῆς ὁμωνύμου περιοχῆς καὶ πόλεως. Ἡ Σελήνη ἐμφανίζεται καὶ ὠς ἡ τροφὸς τοῦ Λέοντος τῆς Νεμέας.
Εἰς ἀρκαδικὴν παράδοσιν, ὁ Πᾶν φέρεται ὠς ἐραστὴς τῆς Σελήνης, ὁ ὁποῖος τῆς δωρίζει ἀγέλη λευκῶν βοῶν. Ἡ πλέον γνωστὴ ἱστορία εἶναι ἡ περὶ τῶν ἐρώτων της μὲ τὸν Ἐνδυμίωνα. Ὁ Ἐνδυμίων, νέος ἀπαραμίλλου κάλλους, φέρεται ὠς υἱὸς τῆς Καλύκης καὶ τοῦ Ἀεθλίου, υἱοῦ τοῦ Διός. Ὁδήγησε τοὺς Αἰολεὶς τῆς Θεσσαλίας ἐς Ἠλείαν ὅπου καὶ ἐβασίλευσε. Οἱ μῦθοι τὸν περιγράφουσιν ὠς νέον ποιμένα, πάγκαλον, ὃς ἐμπνέει ἔρωτα σφοδρὸν εἰς τὴν Σελήνην. Ἐκείνη μίγεται μαζὶ του καὶ μετὰ ἀπὸ παράκλησιν της ὁ Δίας ὑπόσχεται εἰς Ἐνδυμίωνα τὴν πραγματοποίησιν μιᾶς εὐχῆς του.
Συμφώνως πρὸς ἔτερην ἐκδοχὴν τοῦ μύθου, ἡ Σελήνη ἐρωτεύεται τὸν Ἐνδυμίωνα τῇ διαρκείᾳ τοῦ ἀγεράστου ὕπνου, δικαίωμα ποὺ τοῦ εἶχε παραχωρηθεῖ ἐκ τοῦ Διός. Ἡ ἐρωτευμένη Σελήνη ἔρχεται τὴν νύκταν, μιγεῖσα ἐν φιλότητι μὲ τὸν νέον, ἀΐδωτη ἀπ' ὅλους, διο καὶ οὐδεὶς ἀρχαῖος ποιητὴς περιγράφει τὴν ἐρωτικὴν πρᾶξιν. Ἐκ τῶν ἐρώτων τῆς Σελήνης καὶ τοῦ Ἐνδυμίωνως γεννῶνται πενήντα κόραι.
Ἡ Σελήνη σχετίζεται μὲ τὸν κόσμον τῶν ψυχῶν. Τῆς ἀποδίδεται ἡ συνδετική, ἡ συνεκτικὴ ἰδιότης, ἰδίᾳ ἐννοίᾳ ποὺ ἡ Ψυχή, κατὰ Πλάτωνα, ὁ συνεκτικὸς κρίκος ἐστὶ μεταξὺ τοῦ σώματος καὶ τοῦ νοῦ, τοῦ καθάριου πυρὸς τοῦ προερχόμενου ἐκ τῶν ἀστέρων. Συμφώνως πρὸς τὸν Πλούταρχον, ὁ Ἥλιος προσφέρει τὸ θεῖον πῦρ, ἡ Σελήνη τὴν ψυχὴν καὶ ἡ Γῆ τὸ σῶμα. Μετὰ τὸν θάνατον αἱ ψυχαὶ περιπλανώνται τῇ ὑποσελήνιᾳ περιοχῇ κὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀνέρχονται εἰς Σελήνην, ὅπου σταδιακῶς ἀποβάλλουσιν τὴν βαρύτερην ὕλην καὶ κεκαθαρμέναι δύνανται νὰ ἐπαναγεννηθοῦν ἢ νὰ διαλυθοῦν ὠς ψυχαὶ καθὼς ὁ νοῦς ἐπιστρέφει εἰς Ἥλιον.
Ἐπὶ τούτου παραθέτουμε τὸ ἀκόλουθον ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν Πλούταρχο, ὅπου ἀναφέρονται τὰ περὶ Στυγὸς καὶ ἡ σχέση τῆς μὲ τὸν Ἅδην καὶ τὴν Σελήνην, σχετικῶς μὲ τὰς ψυχάς. Ἡ Στὺξ συσχετίζεται καὶ μὲ τὸν κῶνον τῆς σκιᾶς τῆς γῆς· ὅταν δὲ προσπίπτει τῇ Σελήνῃ ἐπιφέροντας ἔκλειψιν, αἱ περιπλανώμεναι ψυχαὶ τοῦ ἐπιχθονίου χώρου ὁδηγούνται πρὸς Ἅδην καὶ δύνανται νὰ ἀνέλθουν ἀπὸ τὸν ὑποσελήνιον χώρον.
Εἶναι γνωστὸς ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ὁ συσχετισμὸς τῆς Σελήνης μὲ τὴν Ἑκάτην καὶ τὴν Ἄρτεμιν. Δὲν πρόκειται ὅμως διὰ τάυτισιν, ὠς συχνῶς ἀναφέρεται ἀλλὰ διὰ φώτισιν διαφορετικῶν πλευρῶν ποὺ δηλοῦσιν ἰδιότητας. Ἡ σχέσις Ἑκάτης καὶ Ἀρτέμιδος εἶναι περίπου ἡ ἑξῆς. Ἡ Ἑκάτη ὠς τρίμορφος (πολύμορφος) καὶ μεγάλη θεά, ἵσταται καὶ εἰς τοὺς τρεῖς κόσμους, ἰδίως δὲ κινεῖται ἐπὶ τῶν μετακοσμίων.
Ὅταν συγκεκριμενοποιεῖται καὶ λαμβάνει καθορισμένην μορφὴν ἐπὶ ἑνὸς κόσμου, δηλώνεται καὶ φαένεται, τὸ δεδηλωμένον δὲ μέρος αὐτῆς καλεῖται Ἄρτεμις. Δηλαδὴ ἡ δεδηλωμένη ἐκπεφρασμένη Ἑκάτη ἐστὶ ἡ Ἄρτεμις. Δὲν ταυτίζονται ἀκριβῶς ἀλλὰ ἡ μία ἀποτελεῖ συγκεκριμένην ἔκφρασιν τῆς ἄλλης, τὰ δὲ ὀνόματά των παραμένουσιν διαφορετικὰ ἀφοῦ ἀναφέρονται καὶ περιγράφουσιν διαφορετικὰς καταστάσεις.
Ὁ συνθετικὸς Λόγος τῆς Θεᾶς, λαμβάνει ἔκφρασιν μέσῳ τῆς Σελήνης, εἰς τὰ περὶ ψυχῆς συστάσεως καὶ κράσεως ἄρα καὶ εἰς τὰ περὶ τῶν εἰδῶν καὶ γενῶν ζῴων καὶ φυτῶν ποὺ γεννῶνται ἐπὶ γῆς, τὰ ὁποῖα καὶ ἡ Θεὰ θρέφει διὰ τῶν ἀπορροιῶν τῆς Σελήνης.
Ὁ ἀστὴρ τῆς Σελήνης ἀποτελεῖ ἐλλόγιμη συμπύκνωσις ποὺ ἀντανακλᾷ τὰς Ἰδέας τῆς Θεᾶς, ὢς ὁ Ἥλιος ὁμοῖως τοῦ Ἀπόλλωνος. Ἡ Θεὰ εἴτε ὠς Ἑκάτη εἴτε διὰ τῆς ἐκπεφρασμένης της μορφῆς, ὢς Ἄρτεμις ἐφορεύει τὸν συνθετικὸν Λόγον εἰς ψυχὰς καὶ εἰς εἴδη ζῴων, ἑπομένως σχετίζεται μὲ τὴν συμπαθητικὴν δύναμιν μεταξὺ τῶν μερῶν τοῦ Κόσμου, τὸν κοσμικὸν μαγνητισμὸν τῶν ὁμοειδῶν (ὁ νόμος τῆς ἐφελκύσεως τοῦ ὁμοίου ἀπὸ τὸ ὅμοιον) ποὺ οἱ παλαιοὶ ἱερεῖς ἀποκάλεσαν Μαγεία καὶ ποὺ ἀποτελεῖ μέρος τῆς Ἱερατικῆς Τέχνης, ὠς ἀναφέρει καὶ ὁ Πρόκλος.
Ἡ Σελήνη συχνὰ προσωνυμεῖται Μήνη ἐκ τῆς ἰδιότητος της νὰ φέρει ἐν ἰδιαίτερον εἶδος μανίας, τοῦ ὁποίου ἡ συχνότερη ἔκφρασις ἐστὶ τὸ μένος. Ἐτοῦτο τὸ ἰδιαίτερον εἶδος μανίας μαγνητίζει τὸν ἄνθρωπον καὶ δύναται νὰ τὸν φέρει σὲ ἐπαφὴ μὲ τὴν ὀνειρικὴν διάστασιν καὶ νὰ ὁδηγήσει τὴν ψυχὴν του σὲ ὁράματα μαντικὰ καὶ φάσματα μυστηριακά. Ἡ λαϊκὴ δοξασία πὼς αἱ μάγισσαι "ἐφελκύουσιν πρὸς τὰ κάτω τὴν Σελήνην" ἢ ἀκόμη καὶ πὼς τὴν "ἐξαφανίζουσιν" (κατὰ τὴν φάσιν τῆς νέας σελήνης) πιθανῶς νὰ ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸν συντονισμὸν κάποιων γυναικῶν μὲ ἐτοῦτο τὸ ἰδιαίτερον εἶδος τοῦ σεληνιακοῦ μαγνητισμοῦ. Συχνὰ ἡ λαϊκὴ δοξασία περιγράφει μάγισσας νὰ ἔρχονται εἰς κατάστασιν ἐκστάσεως κατὰ τὴν διάρκειαν καποίων νυκτῶν τοῦ μηνός.
Ἡ Σελήνη ἐμφανίζεται καὶ εἰς Γιγαντομαχίαν νὰ μάχεται ἐναντίον τοῦ Τυφῶνος. Ἀπὸ τὴν μάχην ἐτούτην σημαδεύεται ἡ ἐπιφάνεια τοῦ σεληνιακοῦ δίσκου.
Αἱ διάφοραι φάσεις της φέρουσιν καὶ διαφορετικὰ δῶρα. Ὅταν αὐξάνει, φέρει ἀύξησιν πρὸς κάθε τὶ ποὺ ἐπηρεάζει, θρέφοντας καὶ ἀναπτύσσοντας (=φέρω κοντά). Κατὰ τὴν πανσέληνον φέρει ὠρίμανσιν καὶ ὁλοκλήρωσιν (=ἐξαίρω, ἔξαρσις), ἐνὼ ἔχει παρατηρηθεῖ πὼς διευκολύνει τὸν τοκετὸν ἀνθρώπων καὶ ζῴων. Κατὰ τὴν μείωσιν, ἡ δρᾶσις της ἐστὶ ἀποτρεπτικὴ (=ἀπομακρύνω), ἐφορεύει δὲ τὴν σταδιακὴν ἀπόσυρσιν μιᾶς ψυχῆς ἢ τὴν φάσιν μαρασμοῦ ἑνὸς φυτοῦ.
Τὸ στοιχεῖο ποὺ ἀποδίδεται περισσότερο εἰς Σελήνην ἐστὶ τὸ ὕδωρ καὶ ἡ ἐπίδρασίς της θεωρεῖται ὑγραντικὴ καὶ ποιότητος θηλυκῆς (γόνιμος, δεκτική). Ἡ αὔξησις τῶν φυτῶν, ἡ σῆψις τῶν κρεάτων, ἡ ἀλλοίωσις καὶ ἡ ὄξυνσις τοῦ οἴνου, ἡ μαλακότητα τῶν ξύλων καὶ ἡ εὐτοκία τῶν γυναικῶν ἀποδίδονται τῇ δράσει τῆς Σελήνης.
Συνδέεται φυσικὰ μὲ τὰ ὄνειρα, τὰ ὁποῖα βλέπει ἡ ψυχή, κατὰ τὴν κατάστασιν τοῦ ὕπνου, ὅταν ὁ σύνδεσμός της μὲ τὸ σῶμα χαλαρώνει. Ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ὀνειρικὴν ὕλην, διότι τὰ ὄνειρα φέρουσιν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τὰς προαντιλήψεις τῆς ψυχῆς καὶ τὴν ὁδηγούσιν πρὸς τὴν ἐνθύμισιν τῶν γνώσεών της βοηθώντας νὰ ἐπιτελέσει καλύτερα τὸν τοῦ βίου της σκοπόν.
Αἱ ἀπεικονίσεις της χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὴν παρουσίαν κεράτων ποὺ παραπέμπουσιν συμβολικῶς εἰς βόας καὶ εἰς τὰς ἠμισελήνους τῶν φάσεων αὐξήσεως καὶ μειώσεως. Ὁδηγεῖ ἅρμα ποὺ ἄλλοτε ἄγεται ὑπὸ ἵππων μελανῶν καὶ λευκῶν καὶ ἄλλοτε ὑπὸ βοῶν. Τὸ πρόσωπο της ἀπεικόνιζεται συνήθως ὁλόλαμπρον, ἄλλοτε δὲ ὑπὸ πέπλου κεκαλυμμένο φαίνεται κατὰ τὸ ἤμισι. Αἱ συχνότεραι προσωνυμίαι τῆς Σελήνης εἶναι:
Ζῷα ἀφιερωθέντα εἰς Σελήνην εἶναι ὁ θῆλυς βοῦς διὰ τὴν γονιμότηταν καὶ τὴν ἀφθονίαν αὐτοῦ καὶ ὁ κύων διὰ τὸ κυεὶν καὶ τὰ προτερήματα τοῦ πιστοῦ φίλου καὶ δικαίου φρουροῦ. Φυτὰ καὶ λίθοι προερχόμενοι ἐκ τῶν ἀπορροιῶν τῆς θεὰς θεωροῦνται ὁ νυκτανθός, ἡ μαργαρίτα, ἡ καρυδιά, ὁ σάπφειρος λίθος, ὁ μαργαρίτης, τὸ μάρμαρον κ.ἄ.
Σχετικαὶ Σελίδαι ἐν Διαδικτύῳ:
Selene, goddess of the moon - Πλήρης μυθολογία τῆς Σελήνης, ἀπὸ τὸ theoi.com
Hecate, goddess of netherworld, ghosts and magic - Πλήρης μυθολογία τῆς Ἑκάτης, ἀπὸ τὸ theoi.com Artemis, goddess of hunting, animals, childbirth and children - Πλήρης μυθολογία τῆς Ἀρτέμιδος, ἀπὸ τὸ theoi.com The Cult of Artemis - Ἡ λατρεία τῆς Ἀρτέμιδος |
Ἥλιος
Ὁ Ἥλιος εἶναι ὁ παντεπόπτης θεϊκὸς ἡλιακὸς ἀστὴρ καὶ ὁ τῆς ὁράσεως δωροδότης. Κατ' Ὅμηρον καὶ Ἡσίοδον ὁ Ἥλιος γεννᾶται ἐκ Θείας καὶ Ὑπερίωνος, Τιτάνων, Οὐρανοῦ καὶ Γαίας γένος.
Θεία δ’ ᾿Ηέλιόν τε μέγαν λαμπράν τε Σελήνην
᾿Ηῶ θ’, ἣ πάντεσσιν ἐπιχθονίοισι φαείνει
ἀθανάτοις τε θεοῖσι τοὶ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσι,
γείναθ’ ὑποδμηθεῖσ’ ῾Υπερίονος ἐν φιλότητι.[Ἡσιόδου Θεογονία, 371-374]
Ἥλιον ἀκάματον καὶ πλήθουσαν Σελήνην[Ἰλιὰς, Σ, 484]
Ὁ Ὅμηρος λέγει ὅτι ὁ Ἥλιος ἔχει θαυμαστοὺς βοῦς, ζῷα μὲ ἄσπιλην λευκότητα καὶ χρυσὰ κέρατα, εὐρισκομένους ἐν νῆσῳ Θρινακίᾳ.
Καὶ στὴ νῆσο Θρινακία θε να φθάσεις, που περίσσια
βόσκουν βόδια τοῦ Ἡλίου μὰ καὶ πρόβατα θρεμμένα·
εἶναι ἑπτὰ βοδιὼν ἀγέλες καὶ ἀρνιῶν τόσα κοπάδια,
τὸ καθένα ἀπὸ πενήντα· ποτὲ τούτα δὲ γεννοῦνε
καὶ ποτὲ δεν λιγοστεύουν· θεὲς εἶναι οἱ ποιμενίδες,
νύφες καλλιπλοκαμοῦσες, Φαέθουσα καὶ Λαμπετία,
που γέννησε ἡ θεία Νέαιρα ἀπὸ τὸν Ἤλιο.[Ὀδύσσεια, μ, 127-134]
μὰ δεινοῦ θεοῦ εἲν' τούτα τὰ θρεμμένα ἀρνιά καὶ βόδια,
τοῦ Ἡλίου, που τὰ πάντα τὰ θωρεῖ κι ἀκούει τὰ πάντα.[Ὀδύσσεια, μ, 322-323]
Ὁ θεὸς Ἥλιος τὸ ἔμαθε κι ἐζήτησε τὴν τιμωρίαν των, διὰ τὸ ἀσεβὲς, εἰδάλλως θὰ κατέλθει εἰς ᾍδην νὰ φωτίζῃ τοὺς νεκρούς, ἀποστρέφων τὰς εὐεργετικὰς του ἀκτῖνας ἀπὸ τοῦ ὑπολοίπου κόσμου. Ἀδιανόητον τοῦτον γὰρ ὁ κόσμος τῶν ζώντων ἐξ Ἡλίου φωτίζεται. Ἡ ἔννοια τοῦ ᾍδου τρόπον τινὰ "ὀριοθετεῖται" ἀπὸ τοῦτο, ὅτι τὸ ἠλιακόν φῶς δὲν φθάνει ἐκεῖ (μὲ ὅποια ἔκφρασιν παίρνει τὸ "ἐκεῖ", π.χ. τὸ ἐσωτερικόν τῆς γῆς ὅπου ἀποθέτουμε τὸν νεκρὸν).
ἐὰν ζῇ ἀκόμα κάπου καὶ θωρεῖ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου,
ἢ ἂν πέθανε καὶ εἶναι μέσ' στα δώματα τοῦ ᾍδου.[Ὀδύσσεια, δ, 834-835]
Ἄλλο παράδειγμα τῶν ὁρίων εἶναι τὸ σημεῖον ὅπου ὁ Ἥλιος σταματᾷ τὸ ἅρμα του καὶ ἀφήνει τοὺς ἵππους του νὰ ἀναπαυθούν καὶ νὰ τραφούν μὲθ' ἀμβροσίης παρὰ τὸν θαυμαστὸν Ὠκεανόν. Ὁ ἴδιος ἐπιβιβάζεται τοῦ χρυσοῦ κυπέλλου του καὶ διασχίζει τὸν Ὠκεανόν, καθ' ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς νυκτός. Ὁ ποιητής τοποθετεῖ τοῦτον παρὰ τὸν Ὠκεανόν, ὁλίγον πρὶν τὸν ἀσφόδελον λειμῶνα, ποῦ τυπικῶς θεωρεῖται ἡ ἀρχὴ τοῦ ᾍδου.
Τὴν Λευκὴ Πέτρα περάσαν καὶ τοῦ Ὠκεανοῦ τὸ ῥεῦμα,
καὶ τις πύλες τοῦ Ἡλίου καὶ τὸν δῆμο τῶν Ὀνείρων
διαβήκαν, καὶ γοργὰ φθᾶσαν στὸ λιβάδι μ' ἀσφοδέλους,
ὅπου οἱ ψυχὲς διαμένουν, εἴδωλα τῶν πεθαμένων.[Ὀδύσσεια, ὠ, 11-14]
Ὁ ῥόλος τοῦ Ἠλίου εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ δικαίου, τὸν ὁδηγεῖ πάντοτε νὰ τὸ ἀναζητῇ καὶ ὡς Φαέθων, φαείνει μὲ τὸ φάος (φῶς) του, καὶ ὠς Φαναῖος φανερώνει, ἔτσι πάντοτε ἀνευρίσκει τὴν ἀλήθειαν. Ὥστε ὁ Ἥλιος ἀεὶ ἄσπιλος φωτοβολεῖ. Ὅσο ἄτοπον εἶναι νὰ ἀποσυρθῇ ἀπὸ τὸν κόσμον τῶν ζώντων καὶ νὰ φωτίζῃ τοὺς νεκρούς, τόσο και τὸ δίκαιο νὰ μὴν ἰσχύσῃ καὶ οἱ ἔνοχοι νὰ μὴν τιμωρηθοῦν. Ὁ Δίας εἰσακούει τὸν λόγον τοῦ Ἠλίου καὶ ῥίπτει κεραυνόν κατὰ τοῦ πλοίου τοῦ Ὀδυσσέως. Ὅλοι του οἱ σύντροφοι πνίγονται καὶ μόνον ὁ Ὀδυσσεὺς ἐπιζεῖ, ὁ ὁποῖος τηρήσας τὴν ὑπόσχεσίν του δὲν βλάπτει τοὺς βοῦς, παρά τὰς δυσκολίας τῆς παρατεταμένης ἀπνοίας ἀλλὰ καὶ τῆς ἀπιστίας τῶν συντρόφων του.
Ὁ Ἥλιος ἠνώθη μὲ τὴν Ῥόδην, κόρην τοῦ Ποσειδῶνος καὶ τῆς Ἀμφιτρίτης Ἁλιᾶδος, ἣ προσωνυμεῖται Ἀφροδίτης παῖς, διὰ τὸ κάλλος της.
ὑμνῶντας τὸ παιδὶ τῆς Ἀφροδίτης, τὴν νύμφην τοῦ Ἠλίου, τὴν Ῥόδον[Πίνδαρος, Ὀλύμπια, ᾠδὴ 7]
Ὁ μῦθος τοῦ Ἡλίου καὶ τῆς Ῥόδης εἶναι ἀπὸ τοὺς γνωστότερους (ἀνθρώπων παλαιαὶ ῥήσεις). Ὁ Πίνδαρος ἀφηγεῖται πῶς ὅταν ὁ Ζεὺς καὶ οἱ ἀθάνατοι ἐμοίραζαν τὴν χθόνα Γῆ, ἡ Ῥόδος οὐκ φανερὴ ἦν ἐπάνω ἀπὸ τὰ κύματα τοῦ πόντου ἀλλὰ σὲ ἁλμυρὰ βάθη εὑρίσκετο ἡ νῆσος. Καθῶς ὁ Ἥλιος ἀπουσίαζε, ἑξαιρέθη τοῦ λαχνοῦ κι ἔμεινε δίχως μερίδιον εἰς τὴν πλατιὰ γῆ ὁ ἁγνὸς θεός. Ὁ Ζεὺς μόλις τὸ ἀντελήφθη, ἐθέλησε νὰ κάνῃ νέαν διανομήν, μὰ ὁ Ἥλιος δὲν τὸν ἄφησε, ἐπειδὴ εἶπε ὅτι κάτι λαμπρὸν βλέπει νὰ μεγαλώνει ἀπὸ τὰ βάθη τῆς θαλάσσης, γῆ πολύτροφην διὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ καλόφρονην διὰ τάς ἀγέλας.
Κι εὐθὺς ὁ θεὸς ἐκέλευσε τὴν χρυσότροχην Λάχεσιν νὰ ὑψώσῃ τὰς χείρας της καὶ νὰ προφερῃ τὸν μέγαν ὅρκον τῶν θεῶν, ὄχι μόνη της ἀλλὰ μετά νεῦματι τοῦ Κρονίωνος, πῶς ὅταν ἡ γῆ θὰ φανεῖ εἰς τὸν αἰθέρα θὰ ἀποδοθεῖ εἰς αὐτὸν, καὶ νὰ εἶναι ἐκείνη κορωνίς τῆς κεφαλῆς του, ἀφοῦ θὰ ἔμενε πίσω ταὶς τιμαὶς.
Καὶ ὅταν ὁλοκληρώθησαν οἱ λόγοι, εἰς τάς κορυφὰς τῆς ἀληθείας ἔφθασαν, κι ἐβλάστησε ἐκ τῆς ὑγρῆς θαλάσσης, νῆσος, ἣν ἔχει ὁ γενέθλιος πατὴρ τῶν ὀξειῶν ἀκτίνων, ὁ ἄρχων τῶν ἵππων τῶν πνεόντων πῦρ. Ἐκεῖ εἰς τὴν Ῥόδον μιχθεῖς μετὰ τῆς νύμφης, ἐγέννησεν ἑπτὰ παῖδας, τοὺς καλοῦμενους Ἡλιάδας, ὀνόματι Ὄχιμος, Κέρκαφος, Ἄκτης, Μάκαρ, Κάνδαλος, Τρίοπας, Τενάγης, διὰ τοὺς ὁποίους ἦταν παραδεκτόν ὅτι ἦσαν σοφότατοι ἀπ’ ὅλους τοὺς παλαιοὺς ἄνδρας, καὶ μία κόρην, τὴν Ἠλεκτρυόνην, ἡ ὁποία ἀπέθανε παρθένος καὶ ἔλαχε ἡρωικῶν τιμῶν ἀπὸ τοὺς Ῥοδίους.
Συμφώνως πρὸς τὸν συγγραφέα τῶν Διονυσιακῶν, ἦσαν δε οἱ πάντες ἀστρολόγοι, διέταξαν τὰς ὥρας τοῦ ἐνιαυτοῦ καὶ εἰσήγαν νέας πρακτικὰς είς ναυσιπλοΐαν. Φθονήσαντες δὲ τινὲς αὐτῶν τὸν Τενάγην ὠς εὐφυέστερον τὸν ἐφόνευσαν καὶ φωραθέντες ἐξορίσθησαν ἀπὸ τὴν νῆσον. Ὁ Μάκαρ ἐπέρασεν εἰς Λέσβον, ὁ Κάνδαλος εἰς Κῶ, ὁ Ἄκτις εἰς Αἴγυπτον, ὅπου ἔκτισεν τὴν Ἡλιούπολιν πρὸς τιμὴν τοῦ πατρὸς του καὶ ἐδίδαξε τὴν ἀστρολογίαν, καὶ ὁ Τρίοπας εἰς Καρίαν, ἀπὸ τον οποῖον ὀνομάσθη τὸ Τριόπιον ἀκρωτήριον.
Οἱ λοιποὶ υἱοὶ ἐκρίθησαν ἀθῷοι καὶ ἔμειναν εἰς τὴν Ῥόδον νῆσον, ὅπου ἐβασίλευσεν ὁ πρεσβύτερος αὐτῶν Ὄχιμος. Ὁ Ὄχιμος ἐκ τῆς Ἠγητορίας νύμφης ἐγέννησεν τρεῖς υἱούς, τὸν Κάμιρον, τὸν πρεσβύτατον Ἰάλυσον καὶ τὸν Λίνδον. Οὗτοι ἐμοίρασαν τὴν γῆ που ἔχουν ἀπὸ τὸν πατέρα των σὲ τρία μέρη, ὄπως ἐπίσης καὶ τάς μοίρας τῶν πατρῴων πόλεων. Ἔκτοτε ἔτσι ὀνομάζονται αἱ πόλεις ὅπου ἔχουν τάς ἔδρας των. Θεαὶ ἀγαπημέναι τοῦ Ἡλίου ἀναφέρονται ἐπίσης αἱ Ὠκεανίδαι Κλυμένη καὶ Περσηὶς. Ἐκ τοῦ Ἡλίου καὶ τῆς Κλυμένης γεννᾶται ὁ Φαέθων διὰ τὸν ὁποῖον θὰ κάνουμε λόγον παρακάτω. Ἐκ τοῦ Ἡλίου καὶ τῆς Περσηίδος, γεννῶνται ἡ Κίρκη καὶ ὁ Αἰήτης, σημαντικὰ πρόσωπα εἰς τὴν μυθολογίαν περὶ τῶν Ἀργοναυτῶν καὶ περὶ τοῦ Ὀδυσσέως. Ἄλλοι μῦθοι λέγουν ὅτι γόνοι τους εἶναι ἐπίσης ἡ Πασιφάη (ἡ σύζυγος τοῦ Μίνωος) καὶ ἡ Καλυψὼ.
Εἰς ἀκούραστον Ἥλιον ἐγέννησεν ἡ ξακουστὴ Ὠκεανίνη,
ἡ Περσηίς, τὴν Κίρκην καὶ τὸν βασιλέα Αἰήτην.
Καὶ ὁ Αἰήτης ὁ υἱὸς τοῦ Ἡλίου τοὺς ἀνθρώπους που φωτίζει,
τὴν κόρην τοῦ Ὠκεανοῦ, τέλους τῶν ποταμῶν ἁπάντων,
ἔλαβε μὲ τῶν Θεῶν τὴν βούληση, τὴν καλλιπάρηον Ἰδυίαν.
Κι ἐκείνη τὴν καλλίποδην Μήδειαν γέννησε στὸν ἔρωτα του
δαμασμένη ἀπ’ τὴν χρυσὴν Ἀφροδίτην.[Ἡσιόδου Θεογονία, 956-962]
Ὁ Αἰήτης εἶναι ὁ μέγας βασιλεὺς τῆς Αἰαίας καὶ πατὴρ τῆς Μήδειας. Ἡ κόρη τοῦ Αἰήτου, ὄπως καὶ ἡ Κίρκη εἶναι μία κόρη σοφή, που γνωρίζει τὰς δυνάμεις τῶν βοτανῶν, τὰς κινήσεις τῶν ἀστέρων καὶ τὰς μαγικὰς ῥήσεις, ὠς προστατευόμενη τῆς Θεάς Ἑκάτης, τὴν ὁποία ἐπικαλεῖται. Ἡ Μήδεια μὲ τὴν τέχνην της θὰ βοηθήσει τὸν Ἰάσονα καὶ τοὺς συντρόφους του νὰ κερδίσουν τὸ δέρας τοῦ χρυσομάλλου Κριοῦ, που εἶχε φέρει τὸν Φρίξον εξ’ Ἄργους ἐς Κολχίδαν καὶ ἐς βασιλέα Αἰήτην. [ὅρα Κριοῦ Μῦθοι]
Ἀφοῦ ἄφησε τὸ πλοῖο τοῦ Ὠκεανοῦ τὸ ῥεῦμα,
ἔφθασε μετὰ στὸ κῦμα τῆς πλατύδρομης θαλάσσης
καὶ στὴ νῆσο Αἰαία ὅπου τῆς Αὐγῆς τοῦ ὄρθρου κόρης
οἱ χοροὶ κι ἡ οἰκία εἶναι κι οἱ ἀνατολές τοῦ Ἡλίου[Ὀδύσσεια, μ, 1-4]
Μετ’ ἐπεμβάσεως τοῦ Ἑρμοῦ, ὁ ὁποῖος τὸν συμβουλεύει καὶ τοῦ δίνει τὴν βοτάνην μῶλυ, ὁ Ὀδυσσεὺς δεν καταβάλλεται καὶ ἡ Κίρκη ὁρκίζεται να τοῦ παρέχῃ κάθε βοήθειαν [ὅρα Ἑρμοῦ μυθολογία].
Καὶ ἐφθάσαμε στην νῆσο τὴν Αἰαία· ἐκεῖ ζοῦσε
ἡ καλλιμαλούσα Κίρκη, Θεὰ ἀνθρωπολαλούσα,
αὐταδέλφη τοῦ Αἰήτη, που ὀλέθρια σκέψη εἶχε.
Καὶ οἱ δύο γεννηθήκαν ἀπ' τὸν φωτοδότηἭλιο
κι ἀπὸ τη μητέρα Πέρση, που ὁ Ὠκεανὸς ἐγέννα[Ὀδύσσεια, κ, 135-139]
Ὁ Ὅμηρος διηγεῖται πὼς ἡ Αἶα εὑρίσκεται εἰς τὴν μακρινὴν ἀνατολήν, πέραν τῆς χώρας τῶν Κιμμερίων Σκυθῶν, βορείως τῶν ὀρέων τοῦ Καυκάσου. Ἐκεῖ εἶναι τὰ δώματα τῆς Ἠοῦς, καὶ μία ἐκ τῶν ἐποχιακῶν ἀνατολῶν τοῦ Ἡλίου. Ἡ Κίρκη καὶ ἡ δύναμίς της θὰ ἀποτελέσουν δοκιμασία διὰ τὸν Ὀδυσσέα καὶ τοὺς συντρόφους του, κατὰ τὴν ἄφιξίν των εἰς τὴν νῆσον ὅπου ἡ θεὰ κατοικεῖ, καὶ οἱ πλέον ἀπρόσεχτοι ἐξ’αὐτῶν μεταμορφώνονται σὲ γουρούνια. Ἡ Κίρκη, ὠς κάθε θεὸς που προέρχεται ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Ἡλίου, ἔχει ἔντονον τὸ στοιχεῖον τῆς καθαρότητος. Οἱ ἡλιακοὶ γόνοι ἀποστρέφονται τοὺς ἀκαθάρτους, ἡ παρουσία τους καὶ μόνον, ἐμφανίζει τὸ ὅποιον ἀκάθαρτον στοιχεῖον, καθιστώντας τοῦτον ἔκδηλον καὶ πασιφανὲς.
Ἡ καλλίγραμμη Ἀφροδίτη πρὸς ανταπόδοσιν, τοῦ ἐμπνέει παράφορον ἔρωταν διὰ τὴν Λευκοθόην, κόρην τῆς Εὐρυνόμης καὶ τοῦ Ὀρχάμου, βασιλέως τῆς Περσίας. Ὁ Ἥλιος ὅμως τότε ἐτιμοῦσε μὲ τὸν ἔρωτὰ του τὴν νύμφην Κλυτίαν. Ὁ Ὀβίδιος ἀφηγεῖται εἰς τὰςΜεταμορφώσεις: "Ναί, αἱ φλόγαι σου φθάνουν ὠς τὴν ἄκρην τῆς γῆς μὰ κι ἐσὺ ὁ ἴδιος καίγεσαι ἀπὸ νέα φλόγα. Τὸ βλέμμα σου ὅλα πρέπει να τὰ ἀγκαλιάζῃ μὰ σὺ ἔχεις τοὺς ὀφθαλμοὺς σου στρέψει εἰς Λευκοθόην καὶ δίνεις εἰς μία μόνον κόρην τὸ βλέμμα που ὅλος ὁ κόσμος ἀποζητεῖ." Ἄλλοτε ὑψωνόταν πολὺ νωρὶς εἰς τὴν ἀνατολὴν κι ἄλλοτε καθυστεροῦσε να δύσῃ διὰ νὰ τὴν βλέπῃ, παρατείνοντας τὰς ἡμέρας τοῦ χειμῶνος. Ἄλλοτε φόβον εἶχε εἰς τὴν καρδίαν του καὶ τοῦτο ἐμόλυνε τὰς λαμπρὰς του ἀκτῖνας, προκαλῶντας φόβον εἰς τοὺς ἀνθρώπους.
Ἀλλ’ ἡ Λευκοθόη εἶχε συνθλιφθεὶ ἀπὸ τὸ βάρος τῆς γῆς καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐγερθῇ. Τότε ὁ Ἥλιος ἄλειψε τὸ σῶμα της μὲ νέκταρ καὶ εἶπε "θὰ φθάσεις εἰς τὸν οὐρανόν" τότε τῇ θέσει της ἐφύτρωσε θάμνος τοῦ ὁποίου τὸ προϊὸν καιόμενον φθάνει εἰς τὸν οὐρανόν. Πρόκειται διὰ τὸν λίβανον, ἔξοχον θρησκευτῶν θυμίαμα.Ἔκτοτε ὁ Ἥλιος ἀπέλειψε ἐκ τῆς καρδίας του τὴν Κλυτίαν. Ἐκείνη λιώνοντας ἀπὸ θλίψιν οὔτ’ ἔτρωγε οὔτ’ ἔπινε καὶ κατόπιν ἐννέα ἡμερῶν μεταμορφώθη εἰς τὸ φυτόν ἡλιοτρόπιον. Λέγεται δὲ ὅτι διαρκῶς φλέγεται ἀπὸ ἔρωτα διὰ τὸν θεὸν καὶ διὰ τοῦτον ὁ ἀνθὸς τοῦ ἡλιοτροπίου στρέφεται καὶ ἀκολουθεῖ τὴν πορείαν τοῦ Ἡλίου.
Ἀπὸ τοὺς παλαιότερους μύθους, κατέχει διάκριτην θέσιν εἰς τὴν μυθολογίαν. Ἔχει δὲ ἰδιαιτέρα ἀστρολογικὴν σημασίαν διὰ τὰ οὐράνια φαινόμενα ποὺ περιγράφει.Ὁ Ὠκεανὸς ἐκ τῆς ἀρχεγόνου ἐνώσεώς του μετὰ τῆς Τηθύος, ἔκανε τὴν Κλυμένην, ἀρίστη τῶν Νηιάδων, παρθένον κραταιάν. Ἐκείνης ὁ Ἥλιος ὠς εἶδεν τὴν μορφήν, ἄναψε ὁ πυρσὸς τοῦ Ἔρωτος ἐντὸς του, πιὸ δυνατὸς κὶ ἀπὸ τὰς ἀκτῖνας του, ποὺ ἄλικα βάφουν τὰ ὕδατα τοῦ Ὠκεανοῦ. Κὶ ἔβλεπε τὴν παρθένον ὁπότε γυμνὴ ἄστραφτε ὡσὰν τὴν πανσέληνον, λουόμενη εἰς τὰ ὕδατα τοῦ πατρὸς της.
Ἀργότερα ἡ Κλυμένη ἔλαβε σύζυγον θνητόν τὸν Μέροπα, βασιλέα τῶν Αἰγυπτίων, ὃς ἀνέθρεψε τὰ τέκνα της ἀπὸ τὸν Ἥλιον. Ὁ Φαέθων μεγαλώνοντας ἔγινε εἷς λαμπρὸς νέος, καὶ ἐμπνεόμενος ἐκ τοῦ πατρός του, ποθοῦσε σφοδρῶς νὰ ὁμοιάσῃ μὲ ἐκεῖνον. Συνομήλικος τοῦ Φαέθοντος, εἰς τὰ ἔτη καὶ τὴν καταγωγήν, ὁ Ἰναχίδης Ἔπαφος τῆς Αἰγύπτου, ἐνοχληθεὶς ἀπὸ τὴν περηφάνειαν τοῦ νεαροῦ, ἀμφισβήτησε μίαν ἡμέραν τὴν τοῦ Φαέθοντος πατρότηταν, μετὰ σκληρῶν λέξεων.
Ὁ Φαέθων εὐθὺς ὠς ἄκουσε ἐκεῖνα, ἔσπευσε πρὸς τὴν μητέραν του λυπηθεῖς ἀλλὰ καὶ ὀργισθεῖς διὰ τὸ συμβάν, ζητώντας ἀκλόνητον ἀπόδειξιν ὅτι ἀληθῶς ὁ Ἥλιος ἐστὶ ὁ πατὴρ του. Ἡ Κλυμένη καθησύχασε τὸν υἱὸν της καὶ ὑψώνοντας τὰς χεῖρας της πρὸς τὸν Ἥλιον, ἐπικαλουμένη ἐκεῖνον ὠς μάρτυρα ὁρκίσθη πὼς ἀληθῶς εἶναι ὁ πατὴρ τοῦ Φαέθοντος. Εἶπε δὲ τῷ υἱῷ της πὼς δύναται νὰ συναντήσῃ ὁ ἴδιος τὸν πατέρα του καὶ νὰ τὸν ῥωτήσει, διότι ἡ χώρα ἀπὸ ὃπου ἀνατέλλει συνορεύει μὲ τὴν Αἴγυπτον. Καὶ ὁ Φαέθων εὐθὺς ἀνεχώρησε πρὸς ἀναζήτησιν τοῦ πατρὸς του.
Ὅταν ἔφθασε εἰς τὴν χώραν τοῦ Ἡλίου, ηὕρε τὸν πατέραν του εἰς τὰ δώματά του. Ἐκείνος εὐθὺς τὸν ἐγνώρισε καὶ τὸν ἐδέχθη μὲ πολλῄ χαρᾴ. Τότε ὁ Φαέθων ἀπηύθυνε παράκλησιν μεγάλην, ζητώντας ἀπὸ τὸν πατέραν του, ἀπόδειξιν φανερὴν τοῖς ἅπασι, πὼς ἀληθῶς εἶναι ὁ υἱὸς του καὶ νὰ θέσῃ τέλος εἰς τὰς ὅποιας ἀμφιβολίας. Ὁ Ἥλιος ἀφηνοντας πλὰι του τὸν ἐκθαμβωτικὸν του στέφανον, ἀγκάλιασε τὸν Φαέθοντα, κι ἐπρόφερε τὸν μέγα ὅρκον τῶν Θεῶν, εἰς τὰ ὕδατα τῆς Στυγός, πὼς θὰ πραγματοποιήσει ὅποιαν χάριν τοῦ ζητήσει ὁ νέος, ὥστε νὰ καταστῃ ὁλοφάνερη ἡ ἡλιακὴ του καταγωγὴ καὶ ἡ καρδία του νὰ ἠρεμήσῃ. Καὶ ὁ Φαέθων ἐζήτησε τὴν μεγίστην χάριν, νὰ τοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ ὁδηγήσῃ ἐκεῖνος τὸ λαμπρὸν ἅρμα τοῦ Θεοῦ διὰ μίαν ἡμέραν. Μάταια ὁ Ἥλιος μὲ γλυκούς λόγους ἐπιχείρησε νὰ τὸν μεταπείσῃ.
Ὤ, τέκνον Ἡλίου, τοῦ Ὠκεανοῦ γένος ἀγαπητὸν,
ἄλλο προνόμιο ζήτα, τὶ σχεσιν ἔχεις μὲ τοῦ Ὀλύμπου τὸ ἅρμα;
ἀπαίδευτος εἶσαι ἱππικῆς, διὰ τοῦτον οὒ δύνασαι
τὸ ἅρμα μου νὰ ὁδηγήσῃς, ποὺ κι ἐγὼ μόλις τὸ καταφέρνω.
Οὔτε ποτὲ ὁ ὁρμητικὸς Ἄρης ὁπλίσθη μὲ φλογερὸν κεραυνόν,
ἀλλὰ τὴν σάλπιγγα ἠχεῖ καὶ ὄχι τὰς βροντάς,
οὔτε τὰ νέφη, ὁ Ἥφαιστος, τοῦ πατρὸς του συλλέγει,
μήτε καλεῖται Νεφεληγερέτης, ὠς ὁ Κρονίων,
ἀλλὰ πλησίον τῆς πυρᾶς τὸν σίδηρον κτυπᾷ μὲ τὸ σφυρί του,
καὶ τεχνητῶς ποιεῖ τὸ φύσημα τῶν τεχνητῶν ἀνέμων,
κύκνον ἔχει ὁ Ἀπόλλων πτερωτὸν κὶ ὄχι ταχὺν ἵππον,
μήτε τὴν πύρινην ἀστραπὴν ἐγείρει, τοῦ προγόνου του,
κὶ ὁ Ἑρμῆς ῥάβδον ἔχει, ὄχι τὴν αἰγίδα τοῦ πατρὸς του.
ἀλλὰ θὰ πεῖς "τῷ Ζαγρῇ ἔδωσε κεραύνιον σπινθῆρα".
Ὁ Ζαγρεὺς τὸ σκῆπτρον ὕψωσε καὶ τῷ ὀλέθρῳ ὁδηγήθη,
Ἔχε σέβας παιδὶ μου, παρόμοια συμφορὰ νὰ μὴν πάθῃς.[Νόννος, Διονυσιακά, 38, 196-211]
Ἀλλ' ὁ Φαέθων δὲν ἐπείθετο τοῖς σοφοῖς λόγοις τοῦ πατρὸς του, ἐπιμένων δὲ εἰς τὴν παράκλησιν, ὁ Ἥλιος ὑπεχώρησε, ἔχοντας λάβει μέγα ὅρκον ποὺ ὄφειλε ὄπως τηρήσῃ. Γνωρίζοντας τὴν πιθανὴν ἀτυχὴν ἔκβασιν, ἐπιχειρησε νὰ διδάξῃ ὀσο καλύτερα ἠδύνατο τὸν νεαρὸν Φαέθοντα, περὶ τῆς τοῦ ἡλιακοῦ ἅρματος ἠνιοχίας.
Δώδεκα εἶναι ὅλοι οἱ τοῦ πυρώδους αἰθέρος οἶκοι,
στοῦ γλαφυροῦ Ζῳδιακοῦ τὴν κυκλικὴν περιφέρειαν ὁρισμένοι,
ἀκολουθώντας σὲ σειρά, διάκριτοι, ἐκεῖνοι μόνοι ἀποτελοῦνε
τὴν λοξὴν πολυέλικτον ἀτραπὸν τῶν ἀεικινήτων πλανητῶν.
Κὶ ἐλίσσεται ὁ Κρόνος γύρω ἀπὸ ἕκαστον οἶκον, εἰς τὴν ἑβδόμην τοῦ κύκλου ζώνην,
ἔρποντας στὰ βαριὰ του γόνατα ἕως ποὺ μόλις, μετὰ ἀπὸ καιρὸν
τελειώνει, σὲ τριάντα κύκλους τῆς παλίνδρομου Σεληνης.
Στο ὕψος τῆς ἕκτης, ταχύτερος ἀπὸ τὸν πρόγονόν του
ἔχει τὸν δρόμον του ἀπὸ τὴν ἀπέναντι πλευρὰ ὁ Ζεύς,
διατρέχοντας ἕκαστον οἶκον σὲ ἕνα ἡλίου ἔτος,
εἰς δὲ τὴν τρίτην σὲ ἐξήντα ἡμέρας παρέρχεται ὁ ἔμπυρος Ἄρης,
γείτων τοῦ πατρὸς σου· καὶ εἰς τὴν τετάρτην ἀνατέλλω ἐγὼ ὁ ἴδιος
στεφανωμένος τέμνοντας μὲ τὸ ἅρμα μου ὅλον τὸν οὐρανὸν
ὠς ἀκολουθῶ τῶν οὐρανίων ἑλίκων τοὺς πολυκαμπεῖς κύκλους,
φέροντας πιστᾶ τὰ μέτρα τοῦ χρόνου, κυκλούμενος ἀπὸ τὰς Ὧρας
περὶ τῶν τροπῶν, ἕως ὁλόκληρον τὸν οἶκον νὰ ὀδεύσω,
πληρώντας ὠς συνήθως ἔναν τέλειον μῆνα· ποτὲ τὴν πορεία μου
δὲν ἀφήνω ἐλλιπῆ γυρνώντας σὲ ἀνάδρομον πορεία,
οὔτε πάλι ὀρθοδρομῶ, ἀφοῦ οἱ ἄλλοι πολυκαμπεῖς ἀστέρες
πάντα ἔχουν ἀντίθετας πορείας κατὰ τὴν περιπλάνησίν των,
πισωδρομώντας, τελοῦν καὶ τὰς δύο κινήσεις, ἐμπρός καὶ πίσω,
καὶ σὰν φθάσουν τὸ ἥμισυ τῆς διαδρομῆς των ἀνάδρομα κινοῦνται,
δεχόμενοι ἀμφοτέρωθεν τὴν μονοπλεύρην λάμψιν μου.
Ἐξ ἐκείνων, μία εἶναι ἡ κερασφόρος Σελήνη ποὺ τὸν οὐρανὸν λευκαίνει,
μόλις πληρεῖ ὅλον τὸν κύκλον της καὶ μὲ τὸ σοφὸν της πῦρ τὸν μῆνα γεννᾷ,
ἠμιφανῆς, ἐπίκυρτος καὶ πλήθουσα ὅταν δείχνει ὁλο τὸ πρόσωπόν της.
Ἀπέναντι τῆς Μήνης ἐγὼ τὴν σφαῖραν μου ἑλίσσω,
τὴν λαμπρὴν θρέπτειραν τῶν γεννημάτων τῶν ἀγρῶν,
καὶ γύρω ἀπὸ τοῦ ζῳδιακοῦ τὰς τροπὰς ὀδεύω τὸν ἀτέρμονον κύκλον μου,
γεννῶντας τὰ μέτρα τοῦ χρόνου καθῶς περνῶ ἀπὸ οἶκον σὲ οἶκον,
τελειώνοντας δὲ ἔναν ὁλόκληρον κύκλον, φέρω τὸ ἔτος.
Νὰ προσέχῃς τὰ σημεῖα τῶν συνδέσμων μου μὲ ἐκείνην, διότι σὰν πλησιάσεις,
θὰ ἕλξεις μὲ τὸ ἅρμα σου τὸν σκιερὸν τῆς κῶνον,
ποὺ θὰ κλέψει ὁλο τὸ φέγγος ἐπισκιάζοντας τὸ ἅρμα σου.
Οὔτε νὰ παρεκλίνῃς ἀπὸ τὴν συνήθην τοῦ κύκλου μου πορείαν,
μήτε τοὺς πολύπλεκτους ἕλικες μὲ τοὺς πολυκαμπεῖς δεσμούς,
τῶν πέντε παραλλήλων κύκλων νὰ ἔχῃς τὴν ἐπιθυμία νὰ δῇς,
καὶ ἀφεθείς, ἀπομακρυνόμενος ἀπὸ τὰς συνήθειας τοῦ πατρὸς σου,
μὴν σὲ ἐκτρέψουν ἀπὸ τῆς πορείας σου ἐν αἰθέρι οἱ ἀφηνιασμένοι ἵπποι.
Οὔτε καθώς κοιτᾷς τοὺς δώδεκα κύκλους τῆς πορείας σου,
νὰ βιασθῇς νὰ τοὺς διασχίσεις, καὶ καθῶς τὸ ἅρμα σου
διατρέχει τὸν Κριὸν μὴν ἐπιχειρήσεις νὰ περάσῃς ἀπ΄ τὸν Ταῦρον.
Τὸν γείτονά του μὴν ζητεῖς, τὸν προάγγελον τοῦ ὀργώματος,
τὸν ἀστερόφοιτον Σκορπιόν, ὅταν ἀπὸ τὸν Ζυγὸν διελαύνῃς,
πρὶν νὰ συμπληρώσῃς τριάντα μοίρας.
Ἀλλὰ σὺ ἀκουσε μὲ κὶ ἐγὼ τὰ πάντα θὰ σοῦ διδάξω.
Τὸ κέντρον ὅλου τοῦ κόσμου, τὸ μεσόμφαλον ἄστρον τοῦ Ὀλύμπου,
τὸν Κριὸν καθως διαβαίνω, φθάνω τὴν ἐξαρσίν μου, τὸ ἔαρ αὐξάνοντας,
καὶ τὴν τροπικὴν τοῦ Ζεφύρου προάγγελον καμπύλην περνώντας,
ποὺ τὴν νύκτα μὲ τὴν ἡμέρα ἰσορροπεῖ,
ἄγω τὸν δροσερὸν δρόμον τῆς χελιδονοφόρου ἐποχῆς,
Τοῦ Κριοῦ δὲ ὅταν διατρέχω τὸν ἀπέναντι νέρτερον οἶκον,
εἰς τῶν Χηλῶν τοὺς δύο ζυγοὺς στέλνω ἰσομερῶς τὸ φῶς μου,
φέροντας καὶ πάλι τὴν ἰσοζυγίαν μεταξὺ νυκτὸς καὶ ἡμέρας,
καὶ τὸν φυλλοσείστην δρόμον ἄγω τῆς φθινοπωρίδος ἐποχῆς,
φέγγοντας λιγότερο κατὰ τὴν διέλευσίν μου ἀπὸ τὴν χαμηλότεραν τροπὴν
τοῦ φυλλοβόλου μηνός, καὶ εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὸν χειμῶνα κομίζω,
τὸν βροχερὸν, ἀπὸ τὴν ῥάχιν τοῦ ἰχθυόεντος Αἰγοκέρωτος,
ὥστε εἰς τοὺς γεωργοὺς ἡ γαῖα νὰ γεννήσει τὰ φερέσβια δῶρα της,
γονιμοποιηθεῖσα ἀπὸ τὸν ὄμβρον καὶ ἔχοντας διὰ μαῖαν τὴν δρόσον.
Καὶ τὸ θέρος ἑτοιμάζω, τὸν σταχυόκομον ἄγγελον τοῦ θερισμοῦ,
μαστιγώνοντας μὲ θερμοτέραις ἀκτῖναις τὴν πυρωμένην γαῖαν,
ὅταν διελαύνω ἀπὸ τὴν ὑψηλότερην τροπήν μου,
τὸν Καρκίνον, ἀπέναντι τοῦ παγεροῦ Αἰγοκέρωτος,
αὐξάνοντας ἀμφότερους τὸν Νεῖλον καὶ τοὺς στάφυλους.
Σὰν ἀρχίσῃς τὸν δρόμον σου νὰ περάσῃς κοντὰ ἀπὸ τὸν Κέρνην,
καὶ τοῦ Φωσφόρου τὸν ἀπλανῆν δρόμον νὰ ἀκολουθήσῃς,
ποὺ προηγεῖται τοῦ ἅρματός σου, ἔτσι θὰ κρατήσεις τὴν πορεία,
καὶ τὸν δρόμον σου θὰ διευθύνουν αἱ δώδεκα κυκλάδαι Ὧραι.[Νόννος, Διονυσιακά, 38, 222-290]
Καὶ ὁ Ἥλιος ἑτοποθέτησε τὸν χρυσὸν του στέφανον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ Φαέθοντος καὶ τοῦ ἐδωσε τὸ ἅρμα. Αἱ Ὧραι ἔφεραν τοὺς φλογεροὺς ἵππους καὶ ὁ Ἑωσφόρος ἔλαβε θέσιν ἐμπρος του. Ὁ Φαέθων ἐπιβιβάσθη τῷ πύρινω ἅρματι καὶ κρατώντας τοὺς χαλινοὺς τῶν ἵππων ὑψώθη ἐκ τοῦ Ὠκεανοῦ, ἀρχίζοντας τὴν πρώτην του πορείαν. Σὰν ὑψώθη καὶ ἀντίκρυσε τὴν γῆ ἀπὸ ψηλᾶ καὶ τοὺς ἀστέρας τῆς ἡλιακῆς διαδρομῆς, τὸ θέαμα τὸν συνέπηρε.
Ὅμως ἀδυνατοῦσε νὰ ὁδηγήσῃ μὲ μέτρον καὶ ἄλλοτε μαστίγωνε τοὺς ἵππους ἀναγκάζοντας τους σὲ ταχύτερην πορείαν κὶ ἄλλοτε τοὺς συγκρατοῦσε ἀπότομα. Οἱ ἵπποι διαισθανόμενοι τὴν διαφορὰν τοῦ ἠνιόχου ἐταράχθησαν κι ἐτράπησαν εἰς ἀνεξέλεγκτον καλπασμον. Ἐταράχθη καὶ ὁ Φαέθων ποὺ δὲν ἐγνώριζε πὼς νὰ τοὺς ἠρεμήσῃ καὶ νὰ συγκρατήσῃ τὴν ὁρμὴν των. Εἰς μεταγενέστερην ἐκδοχήν τοῦ μύθου, οἱ ἵπποι ἀφηνιάζουν ὅταν τὸ ἅρμα περνάει ἀπό τὸν ἀστερισμόν τοῦ Σκορπιοῦ.Ἔτσι τὸ ἅρμα προχωροῦσε δίχως μέτρον καὶ ῥυθμόν, διελαύνοντας ἀπὸ τοὺς οἴκους σὲ ἀνίσους περιόδους, ἐνῶ τὰ μέτρα τοῦ χρόνου καὶ ἡ διάρκεια τῆς ἡμέρας καὶ τῆς νυκτὸς εἰχαν διαταραχθεῖ.
Ὁ Ζεὺς ἐρρύθμισε πάλι τὸν χορὸν τῶν ἄστρων, ἔσβησε τὰς πυρκαγιὰς ποὺ εἶχαν ἀνάψει ἐπὶ γῆς καὶ ἐπέστρεψε τὸ ἅρμα εἰς Ἥλιον. Εἰς μεταγενέστερους μύθους ἀναφέρεται πὼς ὁ Φαέθων καταστερίσθη εἰς τὸ ἄστρον τοῦ Ἠνιόχου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται πλησίον τῶν ἀστέρων τοῦ Ἠριδανοῦ. Ὅμως οἱ παλαιότεροι συσχετίζουν τὸν Ἠνίοχον μὲ τὸν ἥρωα Ἐριχθόνιον. Αἱ ἀδελφαὶ τοῦ Φαέθοντος ἦλθαν πλησίον τοῦ ποταμοῦ καὶ ἔθαψαν ἐκεῖ τὸ σῶμα τοῦ ἀδελφοῦ των.
Ἐθρήνησαν πολὺ τὸν θάνατον τοῦ Φαέθοντος καὶ δὲν ἔπαυαν κλαίουσαι ἡμέρα καὶ νύκτα, ἔτσι μεταμορφώθησαν εἰς λεύκας, αἱ ὁποῖαι τὴν ἴδιαν ἐποχὴν ἐτησίως ῥίπτουν δάκρυα ποὺ σκληραίνουν τῇ ἐκθέσει των εἰς Ἥλιον καὶ γίνονται ἐκεῖνο ποὺ οἱ ἄνθρωποι ὀνομάζουν ἤλεκτρον, οἱ δὲ νῆσοι ἐπὶ τοῦ Πάδου ποταμοῦ ὀνομάσθησαν Ἠλεκτρίδαι. Ἔκτοτε καὶ ὁ Ἥλιος ἔλαβε τὴν προσωνυμίαν Ἠλέκτωρ πρὸς τιμὴν τοῦ υἱοῦ του.
Τὸ δὲ ἤλεκτρον χρησιμοποιεῖται εἰς τούς θρήνους διὰ ὅσους πεθαίνουν νέοι ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν γαμήλιαν ἀμφίεσιν τῶν Ῥωμαίων νυμφῶν.
ἣν ἁρμόζεται
Ζηνὸς εὐειδὴς Ἀπόλλων πᾶσαν, ἀρχὴν καὶ τέλος
συλλαβών, ἔχει δὲ λαμπρὸν πλῆκτρον ἡλίου φάος[Σκυθίνος]
Ἂν καὶ ὁ Ἥλιος ταυτίζεται συνήθως μὲ τὸν Θεὸν Ἀπόλλωνα, ἐν τούτοις ὑπάρχει μία σημαντικὴ διάκρισις μεταξὺ των. Ὁ Ἥλιος εἶναι αἰσθητὸν ὂν καὶ ἀντανάκλασις τοῦ νοητοῦ Θεοῦ Ἀπόλλωνος καὶ τῶν Ἰδεῶν του ἐπὶ τοῦ αἰσθητοῦ πεδίου. Ἔτσι δὲν εἶναι ὀρθόν νὰ θεωροῦμε ὃτι ταυτίζονται ἀλλ' ὃτι ὁ Ἥλιος προέρχεται ἐκ τοῦ Ἀπόλλωνος καὶ ἀποτελεῖ μία ἐκ τῶν ἐλλογίμων ἐκφράσεων τοῦ Θεοῦ. Συνεπῶς ὁ Ἥλιος εἶναι ὁ ὁρατὸς θεὸς ἐνῶ ὁ Ἀπόλλων ὁ νοητός, ὁ ὁποῖος εἶναι αἴτιον καὶ ἀρχή τοῦ ὁρατοῦ. Ἡ ὕπαρξις τοῦ Ἡλίου ὀφείλεται εἰς Ἀπόλλωνα ἐνῶ ἡ ὑπαρξις τοῦ Ἀπόλλωνος δὲν ὀφείλεται εἰς Ἥλιον ἀλλ΄εἶναι αὐθύπαρκτος, ἀπορρέουσα ἐκ τοῦ ἑαυτοῦ του.
'...ἂν βέβαια σύμφωνα μὲ τὴν δικὴν σας ἄποψιν πρέπει νὰ νομίζουμε πὼς ὁ Ἀπόλλων καὶ ὁ Ἣλιος δὲν εἶναι δύο θέοι ἀλλὰ εἷς'. Καὶ ὁ Σαραπίων εἶπε 'κι ἐσύ δὲν τὸ νομίζεις καὶ θεωρεῖς ὃτι ὁ Ἥλιος διαφέρει τοῦ Ἀπόλλωνος;' 'ἐγῶ', εἶπα, 'πιστεύω ὃτι διαφέρει τόσο ὄσο ὁ Ἥλιος ἀπὸ τὴν Σελήνην, μόνο ποὺ ἐκείνη δὲν κρύπτει συχνᾶ οὔτε καὶ ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμον τὸν Ἥλιον, ἐνῶ ὁ Ἥλιος ἔχει κάνει τοὺς πάντας σχεδὸν νὰ μὴν προσέχουν τὸν Ἀπόλλωνα, ἀποστρέφοντας μὲ τὴν αἴσθησιν τὴν διάνοιαν ἀπὸ τὸ ἀληθές ὂν πρὸς τὸ φαινόμενον'.[Πλούταρχος, Περὶ τοῦ μὴ χρᾶν ἔμμετρα νῦν τὴν Πυθίαν]
Ὁ Ἥλιος εἶναι ὁ κατ' ἐξοχὴν Θεὸς τῆς ὁράσεως καὶ ἐξ αἰτίας τοῦ φωτὸς του ἡ ὅρασις γίνεται ἐφικτή. Συμφώνως πρὸς τὸν Πλάτωνα, τὸ κυριότερον ὄργανον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι οἱ ὀφθαλμοὶ του, καλοῦνται δὲ φωσφόροι.
Τὸ ἀνόθευτον πῦρ τῆς ψυχῆς εἶναι ὁμοειδὲς μὲ τὸ ἠλιακὸν φῶς καὶ ῥέει ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν λεῖο καὶ πυκνὸ. Καθως τὸ ῥεῦμα τῆς ὁράσεως ῥέει πρὸς τὰ ἔξω, συνενώνεται μὲ τὸ ὁμοειδὲς του ἡλιακὸν φῶς, δημιουργώντας ἓνα ὁμοιογενὲς πεδίον, οἰκεῖον, τῇ εὐθείᾳ τῶν ὀφθαλμῶν. Ἔτσι ὅπου κι ἂν εὑρίσκεται τὸ ἐξωτερικὸ ἀντικείμενον εἰς τὸ ὁποῖον προσκρούει τὸ ῥεῦμα τῆς ὁράσεως μεταφέρει τὰς κινήσεις ποὺ προκαλοῦνται κατὰ τὴν πρόσκρουσιν, διαμέσου ὅλου τοῦ σώματος, εἰς τὴν ψυχήν μὲ ἀποτέλεσμα τὴν γέννησιν τῆς αἰσθήσεως ποὺ ὀνομάζεται ὅρασις.
Ἐνῶ ὅταν τὸ ἀδελφικὸ πρὸς τὸ ῥεῦμα τῶν ὀφθαλμῶν ἠλιακὸ φῶς χάνεται, καθῶς ἐπέρχεται ἡ νῦξ, τὸ ῥεῦμα τῆς ὁράσεως κατευθύνεται πρὸς κάτι ἀνόμιον καὶ "σβήνει" προσκρούοντας ἐπάνω του, ἔτσι ἡ ὅρασις τὴν νύκτα εἶναι δύσκολη ἢ ἀδύνατη. Ὁ ἄνθρωπος δὲν βλέπει πλέον, ὁ ὕπνος ἐπέρχεται καὶ τὰ βλέφαρα, οἱ προστάται τῆς ὁράσεως, καλύπτουν τοὺς ὀφθαλμούς.
Ὁ Ἥλιος δύναται νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἀδυνάμην ὅρασιν ἢ τὴν τύφλωσιν, ἢ νὰ τυφλώσῃ ἐκείνους ποὺ τὸν προσβάλλουν. Ὠς ἄσπιλος καὶ ἁγνός, εἶναι ὁ προστάτης τῶν ἱερέων εἰς τοὺς ὁποίους μεταδίδει τὴν δύναμιν τῆς ὁράσεως αὐτοῦ. Μία ἐκ τῶν δυνάμεων τῶν ἀποδιδομένων εἰς ἱερεῖς εἶναι ἡ δύναμις τοῦ καθάριου βλέμματος ἡ ὁποία διαχέεται ὡσὰν τὰ βέλη τοῦ τόξου. Ὁ ἁγνὸς ἱερεὺς δύναται νὰ ἐξαγνίσῃ ἢ ἀκόμη καὶ νὰ καταρασθῇ ὅσους ἀσεβοῦν καὶ μόνον ῥίπτοντας τὸ βλέμμα του ἐπὶ ἐκείνων.>
ὅλη ἡ τοῦ Ἡλίου γενεά εἶναι πασίδηλος, ἀφοῦ ἀκόμη καὶ ἀπὸ μακριὰ
τὸ βλέμμα των ἀστράπτει καθώς τοξεύει τὰς λαμπρὰς του ἀκτῖνας[Ἀπολλώνιος Ῥόδιος, Ἀργοναυτικὰ, 4, 727-729]
Βλέπει δὲ τὰ πάντα καὶ διὰ τοῦτο, τὸν ἐπικαλοῦνται συχνὰ ὠς μάρτυρα τῶν ὅρκων. Ἁγνὸς καὶ ἀψευδὴς θὰ ἀναφέρει εὐθὺς τυχὸν ἐπιορκίαν εἰς τοὺς δαίμονας, τοὺς ἁρμοδίους διὰ τὴν τιμωρίαν τῶν ἐπιόρκων. Τὸ μεγά ἀθηναϊκὸν δικαστήριον, ἡ Ἡλιαία, ἔλαβε τὴν προσωνυμίαν του ἐκ τοῦ Ἡλίου, οἱ δὲ δικασταὶ ὀνομάζοντο Ἡλιασταί.
κὶ ἔφθασαν εἰς Ἥλιον, ποὺ θεοὺς καὶ ἀνθρώπους ἐπισκοπεῖ[Ὁμηρικὸς Ὕμνος εἰς Δήμητρα]
Αἱ ἀπεικονίσεις του χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὴν ἡλιακὴν κορώνα, τὸν φλογερὸν στέφανον τοῦ Ἡλίου ποὺ καλεῖται διάδημα μυρίων ἀκτίνων. Ἀκολουθεῖται ἀπὸ τὸν Ἑωσφόρον, τὰς τέσσαρας Ὥρας (ἐποχάς) καὶ τὰς δώδεκα Ὥρας ποὺ ἄλλοτε σημαίνουν τοὺς μῆνας καὶ ἄλλοτε τὰς ὥρας τῆς ἡμέρας (αἱ ἀρχαῖαι ἡμερήσιαι ὥραι ἰσοδυναμοῦν μὲ δύο σημερινὰς ὥρας). Ἡ ἔκλειψις δὲ τοῦ Ἡλίου ἐθεωρεῖτο καταστροφικὸς οἰωνὸς διὰ ὁτιδήποτε εὑρίσκετο ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴν της.
Ἀκτὶς ἡλίου, πολυδερκής, τὶ ἔχεις κατὰ νοῦ; Ὤ, μῆτερ ὀμμάτων, ἄστρον ὑπέρτατον ποὺ ἐκλάπης ἀπ' ἐμᾶς ἐνὼ ἤταν ἡμέρα! Γιατὶ καθιστᾷς ἀνωφελῆ τὴν ἰσχὺν τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῆς σοφίας τὴν ὁδόν, εἰσερχόμενο σὲ σκοτεινὴν ἀτραπόν; Φέρεις κάποιο νέο ἢ πρὸ τῆς ὥρας του συμβάν; Ἀλλά, πρὸς Διός, σὲ ἱκετεύω θεϊκὲ ἠνίοχε, σὲ κάποιο εὐτυχὲς καὶ ἀβλαβὲς συμβὰν μετατρέψου διὰ τὰς Θήβας [...]
Καποίου πολέμου τὸ σημεῖον μήπως φέρεις ἢ τῶν καρπῶν τὴν φθίσιν, ἢ χιονοθύελλα ἀνειπώτου σθένους, ἢ ὀλέθριαν ἐξέγερσιν, ἢ θαλάσσης ὑπερχείλισιν σὲ πεδιάδα, ἢ παγετὸν ἐπὶ γῆς, ἢ νότια θέρμη μὲ ὄμβρους ἀκατάπαυστους, ἢ τὴν γαῖαν κατακλύζοντας θέσεις νέων ἀνδρῶν γένος ἐξ ἀρχῆς; Ἐγὼ διόλου δὲν θὰ θρηνήσω για ὅτι πάθω μαζὶ μὲ ὅλους[Πίνδαρος, Παιάν, απόσπασμα 52]
Αἱ ἀκτίναι του φέρουν τὴν αὔξησιν τῶν καρπῶν, διὸ καὶ καλεῖται κάρπιμος, καὶ ἐπιταχύνουν τὴν διαδικασίαν τῆς σήψεως. Αἱ συχνότεραι προσωνυμίαι τοῦ Ἡλίου εἶναι:
| Ὑπερίων | ὁ ὑψηλὰ εὑρισκόμενος |
| Ὑπεριονίδης | υἱὸς τοῦ Ὑπερίονος |
| Τιτάν | εὐμεγέθης ἀλλὰ καὶ ἀπρόσμικτος |
| Ἠλέκτωρ | ἀκτινοβόλος |
| Φαέθων | ἐκεῖνος ποὺ φωτίζει |
| Παιάν | λυτρωτὴς, σωτὴρ, ἰατρός |
Πτηνόν ἀφιερωθὲν εἰς Ἥλιον ἐστὶ ὁ Ἱέραξ, διὰ τὸ ἱερὸν τὸν ὀφθαλμῶν του, ἡ δὲ πρωταρχικὴν σημασίαν τῆς λέξεως ἱερὸς εἶναι ἰσχυρὸς καὶ εὔρωστος, ἐξ οὖ καὶ ἱερεύς. Ἐκ τῶν ζῴων, εἰς Ἥλιον ἀφιερώνονται οἱ λευκοὶ ἵπποι. Φυτὰ καὶ λίθοι ἐκ τῶν ἀπορροιῶν τοῦ θεοῦ θεωροῦνται τὸ χρυσάνθεμον, ὁ ὑάκινθος καὶ τὸ ἡλιοτρόπιον, ὁ ὑάκινθος λίθος (εἴδος ῥουμπινίου), ὁ ἠλιόδωρος (χρυσὸς βήρυλλος), τὸ ἤλεκτρον, τὸ ῥουτίλιον (χαλαζίας μὲ πρόσμιξιν χρυσοῦ) κ.ἄ. Μέταλλα, ὁ χρυσός. Θυμίαμα ὁ λίβανος. Τροφαί τὸ μέλι καὶ τὰ πορτοκάλια.
Σχετικαὶ Σελίδαι ἐν Διαδικτύῳ:
Helios, god of the sun - Πλήρης μυθολογία τοῦ Ἡλίου
Phaethon, demigod child of Sun - Οἱ μύθοι τοῦ Φαέθοντος
Apollo, god of geometry, music, healing and prophecy - Πλήρης μυθολογία τοῦ Ἀπόλλωνος
The Cult of Apollon - Ἡ λατρεία τοῦ Ἀπόλλωνος
The Cult of Helios - Ἡ λατρεία τοῦ Ἡλίου
Phaethon, demigod child of Sun - Οἱ μύθοι τοῦ Φαέθοντος
Apollo, god of geometry, music, healing and prophecy - Πλήρης μυθολογία τοῦ Ἀπόλλωνος
The Cult of Apollon - Ἡ λατρεία τοῦ Ἀπόλλωνος
The Cult of Helios - Ἡ λατρεία τοῦ Ἡλίου
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)